Σταυρός, πιστών το στήριγμα…

Κάθε χρόνο στις 14 Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας εορτάζει την ύψωση του Τιμίου Σταυρού πάνω στον οποίο μαρτύρησε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Όπως γνωρίζουμε, η εορτή καθιερώθηκε μετά την εύρεση του Σταυρού με εντολή της Αγίας Ελένης και την ύψωσή του στις 14 Σεπτεμβρίου του 335 μ.Χ. στα Ιεροσόλυμα, ενώ για δεύτερη φορά υψώθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου του 626, ύστερα από την ανάκτηση από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο του ιερού συμβόλου της Χριστιανοσύνης, το οποίο είχαν πάρει οι Πέρσες σαν λάφυρο, στην κατάληψη της Παλαιστίνης.

Επειδή, όμως, όλες οι εορτές της Εκκλησίας εκτός από τον ιστορικό-επετειακό τους χαρακτήρα, έχουν ένα σπουδαίο θεολογικό περιεχόμενο, οφείλουμε να θυμόμαστε ότι η τιμή στην προσκύνηση του Σταυρού «επί το πρωτότυπον διαβαίνει», δηλαδή τον Χριστό προσκυνούμε και την Σταυροαναστάσιμη ζωή Του θυμόμαστε, ως πρότυπο της σωτηρίας μας. Καλούμαστε να εννοήσουμε ότι το τυπικό της ημέρας και η υπέροχη υμνολογία μας παραπέμπουν συμβολικά στην ύψωση του Σταυρού στην ζωή μας ως συμβόλου πνευματικής πορείας, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου Παύλου, «Εκείνοι που είναι του Χριστού Ιησού σταύρωσαν την σάρκα μαζί με τα πάθη και με τις επιθυμίες» (Γαλ. 5,24). Δηλαδή όσοι είναι του Χριστού, έχουν σταυρώσει τον αμαρτωλό εαυτό τους, αγωνίζονται να ταπεινωθούν, δηλαδή να ελευθερωθούν από την φιλαυτία που στρέφει τον άνθρωπο στην επιθυμία της ύλης και της εξουσίας και πορεύονται στην πνευματική θεραπεία που οδηγεί στο καθ’ ομοίωσιν. Αυτή είναι η πορεία, την οποία οι Πατέρες της Εκκλησίας περιγράφουν ως κάθαρση από την αμαρτία, φωτισμό από το Άγιο Πνεύμα, και θέωση, δηλαδή εμπειρία της παρουσίας του Θεού στην ζωή μας.

Η Εκκλησία υψώνει τον Τίμιο Σταυρό για να μην λησμονούμε ότι η οδός στην οποία έχει προσκληθεί όποιος θέλει να αυτοαποκαλείται Χριστιανός, δεν είναι μια τυπική θρησκευτική πίστη, ούτε μια στείρα υπακοή σε νόμους, αλλά η ζωντανή και έμπρακτη σχέση με τον Αναστάντα Χριστό που μας ζητά να μετά-νοήσουμε, να μεταστρέψουμε το νου μας ώστε να γεννηθεί ένας καινούργιος άνθρωπος ο οποίος επιθυμεί με όλη του την ψυχή να φτάσει μέχρι του σημείου να λέει, «Δεν ζω πια εγώ, ζει μέσα μου ο Χριστός» (Γαλ. 2,20), όπως ομολογεί ο Απόστολος των Εθνών Παύλος.

Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής μετά την Ύψωση, ο απόστολος Μάρκος μας διασώζει τον τρόπο ζωής που ο Χριστός μας προτείνει να ακολουθήσουμε: » Όποιος θέλει να γίνει μαθητής μου, πρέπει να απαρνηθεί τον εαυτό του, να σηκώσει τον Σταυρό του και να με ακολουθήσει» (Μαρκ. 8,34).

Λέγοντας «Όποιος θέλει να με άκολουθήσει», εννοεί πως για να είμαστε πραγματικοί μαθητές Του, πρέπει πρώτα να γίνουμε ελεύθεροι άνθρωποι. Η σχέση με τον Χριστό δεν μπορεί να είναι συναλλαγή, ούτε έθιμο, ούτε αποτέλεσμα καταπίεσης η φόβου της κολάσεως. Ο Χριστός απευθύνεται στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Πρέπει, να θεραπευτούμε από τον ναρκισσισμό και τα δαιδαλώδη συμπλέγματά μας, να απαλλαγούμε από το αυτοείδωλό μας και τα ψευδή προσωπεία μας. Δύσκολο, θα πουν κάποιοι, δεν αλλάζει ο άνθρωπος. Όμως, πολύ πιο δύσκολη είναι η ζωή που ήδη ζούμε, αφού είμαστε εγκλωβισμένοι στα τραύματα και τις ανασφάλειές μας, στις ενοχές και τις στενοχώριες για το χθες, στο άγχος και την βιοτική μέριμνα του σήμερα, πνιγμένοι στον φόβο για το αύριο, και στην αδιέξοδη ενασχόληση με τον εαυτό μας.

Τι σημαίνει «να απαρνηθούμε τον εαυτό μας», ο Κύριος το εξηγεί λίγο πιο κάτω: «Για να κερδίσεις την ζωή σου πρέπει να την χάσεις» (Μαρκ. 6,35). Για να μας αποκαλυφθεί τι σημαίνει πνευματική ζωή πρέπει να αλλάξουμε σκέψη και τρόπο ύπαρξης. «Δεν χωρά το καινούργιο κρασί στον παλιό ασκό» (Ματθ. 9,17), δεν είναι δυνατόν να λέμε πως είμαστε Χριστιανοί και συνάμα να φθονούμε, να μην συγχωρούμε, να είμαστε σκληρόκαρδοι, να φανατιζόμαστε, να γκρινιάζουμε, να θέλουμε να εξουσιάζουμε, να είμαστε εξαρτημένοι από την ύλη. Αν επιθυμούμε να κάνουμε την Ζωή Του ζωή μας, να ζήσουμε δηλαδή με πραγματική αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, καλοσύνη, αγαθότητα, πίστη, πραότητα (Γαλ. 5,22), οφείλουμε να κάνουμε πράξη την διδασκαλία Του, ώστε να δεχτούμε την χάρη του Αγίου Πνεύματος.

«Να σηκώσουμε τον Σταυρό μας», σημαίνει ότι παλεύουμε να διδαχτούμε πως να ανακαλύπτουμε το θέλημα του Θεού στην ζωή μας. Γιατί τον Σταυρό δεν τον κουβαλάμε μόνον όταν περνάμε μια δοκιμασία, όταν αρρωσταίνουμε, όταν έχει κρίση η χώρα μας, αλλά κάθε μέρα σηκώνουμε τον Σταυρό της πάλης με την κακία μας, τον Σταυρό του φόβου της φθοράς και του θανάτου, τον Σταυρό της πάλης με οτιδήποτε μας χωρίζει από τον συνάνθρωπο και τον Θεό.

«Να Τον ακολουθήσουμε» σημαίνει να Τον εμπιστευτούμε, να παραδοθούμε στον Λόγο Του, να ζήσουμε με το παράδειγμά Του, να κάνουμε την ζωή μας ευαγγέλιο, επιθυμία μας τα «καλά νέα» που φέρνει ο Χριστός και χώρα μας την Εκκλησία, να μάθουμε να αγαπάμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας.

Η χριστιανική πίστη είναι μια οδός έμπρακτης πνευματικής άνθησης σε όλους τους τομείς του βίου, μια πορεία καλλιέργειας της ψυχής εν ελευθερία προς την Ευχαριστία, την Αλήθεια και την Αγάπη. Για να γίνουμε πραγματικοί μαθητές Του, πρέπει να ομολογήσουμε την ασθένειά μας. Να μην έχουμε την πλάνη ότι γνωρίζουμε και κατέχουμε τα πάντα, αλλά να αποδεχτούμε πως είμαστε άστοχοι, τυφλοί, ότι όση επιτυχία και να έχουμε στην ζωή μας, όσες γνώσεις και χρήματα και πλούτη και ιδιοκτησία συναθροίσουμε, τίποτα δεν είμαστε. Και κάποια στιγμή ν’ ανοίξουμε τα μάτια μας και να συνειδητοποιήσουμε ότι ζωή δίχως νόημα δεν είναι ζωή και πως όλοι έχουμε κληθεί στην βασιλεία Του.

Μέσα σε ένα κόσμο που παραπαίει, ας πιστέψουμε, επιτέλους, πως ήρθαμε σε τούτο τον κόσμο για να ζήσουμε με αγάπη και να αγαπηθούμε, να διακονήσουμε τον διπλανό και την κτίση όλη, σύμφωνα με το παράδειγμα Εκείνου. Κάθε φορά, λοιπόν, που κάνουμε τον σταυρό μας, ας θυμόμαστε πως δεν είναι αυτή μια τυπική κίνηση, αλλά υπενθύμιση της οδού η οποία οδηγεί στην κατά Θεόν σοφία, στην αγιότητα και στην χαρά που ο Χριστός αποκαλύπτει σε όποιον επικαλείται το όνομά Του εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της διανοίας. Αμήν.

πρωτ. Χριστόδουλος Μπίθας