Η σημασία της γονεϊκής εμπλοκής στη μάθηση των παιδιών

Μολονότι η κοινή πεποίθηση θέλει τους εκπαιδευτικούς ως τους κατεξοχήν υπεύθυνους για τη μάθηση των παιδιών, πλήθος ερευνών καταδεικνύει σήμερα ότι η εμπλοκή των γονέων στην εκπαίδευση των παιδιών τους μπορεί να προσφέρει πολλαπλά οφέλη τόσο για τους ίδιους, όσο και για τους νεαρούς μαθητές.
Στην πραγματικότητα, όπως έχει συχνά επισημανθεί, η οικογένεια αποτελεί ουσιαστικά το πρώτο εκπαιδευτικό περιβάλλον με τον οποίο έρχεται σε επαφή το παιδί. Η ανάπτυξη του γλωσσικά, γνωστικά, κοινωνικά και ψυχοσυναισθηματικά, καθώς και η σχολική του ωριμότητα επηρεάζονται καθοριστικά από τις μαθησιακές δραστηριότητες που προσφέρονται από τους γονείς. Επί παραδείγματι, φαίνεται ότι η παροχή πλούσιων ερεθισμάτων και η έκθεση σε δραστηριότητες και παιχνίδια που προάγουν την μάθηση, μπορούν όχι μόνο να ενισχύσουν τη μαθησιακή ικανότητα του παιδιού, αλλά και να επιδράσουν στη γενικότερη νοητική του ανάπτυξη (Παρασκευόπουλος, 1993). Στο σημείο, αυτό, ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι οι ευκαιρίες μάθησης που παρέχουν οι γονείς στο παιδί προτού αυτό εμπλακεί στις πρώτες του ενδοσχολικές εμπειρίες, επηρεάζονται σημαντικά ως προς το πλήθος, την ποιότητα και τη στοχοθεσία τους από τις αντιλήψεις που η ίδια η οικογένεια έχει για τη σπουδαιότητα της εκπαίδευσης και της μόρφωσης (Berthelsen & Walker, 2008, Grolnick & Slowiaczek, 1994).
Αν και πολύ συχνά έχει υποστηριχθεί ότι οι γονείς χαμηλού μορφωτικού επιπέδου τείνουν να προσφέρουν λιγότερες ευκαιρίες μάθησης, αλλά και να εμπλέκονται λιγότερο στη μάθηση των παιδιών τους, κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται τελικά ερευνητικά. Αντιθέτως, τα υπάρχοντα δεδομένα καταδεικνύουν ότι η προσωπική σχολική εμπειρία των γονέων, θετική ή αρνητική, επηρεάζει περισσότερο τη στάση τους απέναντι στη μάθηση σε σχέση με το κοινωνικό, μορφωτικό ή οικονομικό τους status (Hoover-Dempsey et al., 2005).
Αναλυτικότερα, φαίνεται ότι τα παιδιά γονέων οι οποίοι αποδίδουν μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση και την διαπαιδαγώγηση στο σπίτι, παρουσιάζουν υψηλότερες επιδόσεις στο σχολείο (Θωμά, 2010). Ορισμένες έρευνες, μάλιστα, επισημαίνουν ότι όσο πιο προσιτές και φιλικές προς το παιδί είναι οι μαθησιακές δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στο σπίτι, τόσο πιο πιθανό είναι να διατηρήσει το παιδί τις υψηλές σχολικές του επιδόσεις, αφού αποκτά μια θετικότερη στάση απέναντι στο σχολείο και τη μάθηση, ενώ ενισχύει τη σχέση του με την οικογένεια (Taylor et al., 2004). Πολύ περισσότερο, τα παιδιά γονέων που ασχολούνται με τη μάθησή τους, χωρίς ωστόσο να γίνονται υπερβολικά κατευθυντικοί, τείνουν να παρουσιάζουν αυξημένα κίνητρα μάθησης και μεγαλύτερη διάθεση για αυτενέργεια και πειραματισμό. Ειδικότερα, όπως σημειώνει ο Φλουρής (1989, σελ. 31): «οι γονείς άλλοτε με τις προσδοκίες, τις αξίες, τις στάσεις τους κι άλλοτε με την συμπεριφορά και τις πράξεις τους επηρεάζουν την σχολική επίδοση των παιδιών τους κατά τον τρόπο με τον οποίο αυτά αντιλαμβάνονται τις ικανότητές τους».
Αντίστοιχα, έχει παρατηρηθεί ότι η αποφυγή των γονέων να εμπλακούν στη μάθηση του παιδιού τόσο στο σπίτι, όσο και στο σχολείο, οδηγεί σε χαμηλότερες επιδόσεις, μειωμένα κίνητρα μάθησης, αλλά και σε μια γενικότερη στάση υποτίμησης της σημασίας της εκπαίδευσης (Γεωργίου, 2000).
Βέβαια, μολονότι η γονεϊκή εμπλοκή μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη των μαθησιακών ικανοτήτων και τη βελτίωση των επιδόσεών του μαθητή, οι ακραίες συμπεριφορές των γονέων ενδέχεται να οδηγήσουν σε αρνητικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, έχει παρατηρηθεί ότι ο υπερβολικός έλεγχος της σχολικής μελέτης, η πίεση για αύξηση του χρόνου μελέτης και αριστεία πολύ συχνά δημιουργούν στον μαθητή αποστροφή προς την σχολική πράξη (Πνευματικός και συν., 2008).
Επιπλέον, οι επιδράσεις της στάσης των γονέων δεν επηρεάζουν τον μαθητή μόνο σε μαθησιακό, αλλά και σε ψυχοσυναισθηματικό επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, η ποιότητα της γονεϊκής εμπλοκής μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τόσο την αυτοεικόνα των μαθητών, όσο και την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθησή τους σχετικά με τις ικανότητές τους. Ενδεικτικά, φαίνεται ότι τα παιδιά των γονέων που εκφράζουν υψηλές, αλλά ρεαλιστικές προσδοκίες για εκείνα και λειτουργούν εμψυχωτικά επαινώντας την προσπάθεια αντί του αποτελέσματος, πετυχαίνουν καλύτερες επιδόσεις στο σχολείο. Αντίθετα, οι γονείς με υπερβολικές προσδοκίες και αυστηρή κριτική στάση προς τα παιδιά τους τείνουν να δημιουργούν στους νεαρούς μαθητές την αίσθηση ότι ταυτίζονται με τη σχολική αποτυχία ή την επιτυχία τους, γεγονός που διαταράσσει τόσο τη σχέση παιδιών-γονέων, όσο και τη στάση των παιδιών προς τον εαυτό τους (Berthelsen & Walker, 2008).

Βασιλική Μπελογιάννη
Φιλόλογος, MSc Παιδαγωγικής Ψυχολογίας και Εκπαίδευσης

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ