«… Για να γίνει κανείς χριστιανός πρέπει να γίνει ποιητής…»

Πριν από λίγες ημέρες  σε εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας[1] δημοσιεύτηκαν τα αποτελέσματα  μιας νέας έρευνας που πραγματοποιήθηκε ανάμεσα σε νέους 15-34 ετών[2]. Σε αυτή απεικονίζεται η γενικευμένη ανασφάλεια, το αίσθημα απαξίωσης της προσπάθειάς τους, η αίσθηση ότι είναι αποκλεισμένοι από αγαθά και ο φόβος της φτώχειας. Διαπιστώνεται ότι θεωρούν πολύ σημαντικά για τη ζωή τους την οικογένεια και τη φιλία και λιγότερο σημαντικά την πολιτική, την εθελοντική εργασία και την θρησκεία.

Είναι πολύ εύκολο να καταλάβουμε γιατί. Η οικογένεια και οι φίλοι στηρίζουν την προσπάθειά τους και αποτελούν  τόπο ασφάλειας και παράλληλα είναι δρόμος εξόδου στον κόσμο επίσης με ασφάλεια.

Για ποιο λόγο όμως η θρησκεία δεν είναι σημαντική; Θεωρούμε πως εδώ κρύβεται η ουσία μιας πολύ σημαντικής συζήτησης που πραγματοποιείται ανάμεσα σε χριστιανούς και διανοητές σε ολόκληρη την Ευρώπη εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον.

«Γιατί ενώ σήμερα έχουμε τόσα μέσα, το μήνυμα του Χριστιανισμού αγγίζει πολύ λίγους ενώ στην εποχή των Αποστόλων με ανύπαρκτα μέσα το Ευαγγέλιο απλώθηκε πολύ γρήγορα στον τότε γνωστό κόσμο»; αναρωτιέται ένας σύγχρονος επίσκοπος[3].

Αγγίζουμε με άλλα λόγια το επίπεδο του νοήματος. Δεν είναι λίγοι οι χριστιανοί που αντιλαμβάνονται την παρουσία της Εκκλησίας με όρους χρησιμότητας. Να σταθούμε και να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες των ανθρώπων. Εύλογο είναι αυτό. Άλλωστε είναι μια από τις εντολές του Χριστού. Οι σημερινοί νέοι όμως με τη στάση τους υποστηρίζουν ότι αυτό δεν αρκεί. Και είναι αλήθεια! Ολοένα και λιγότερο εργαζόμαστε στο πεδίο του νοήματος ζωής. Η ποιμαντική μας διακονία περιορίστηκε στην καθημερινότητα.

Όμως ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η προσπάθεια του χριστιανού δεν είναι δημιουργία;  Δεν είναι ποίηση; Λησμονήθηκε η ποιητική λειτουργία της πίστης μας. Υποτιμήθηκε η αξία της και η προτεραιότητά της έναντι όλων των άλλων διακονιών της Εκκλησίας μας. Την ίδια στιγμή ο Αγ. Πορφύριος  Καυσοκαλιβίτης θυμίζει «για να γίνει κανείς χριστιανός πρέπει να γίνει ποιητής».

Η πνευματική ζωή του χριστιανού είναι όντως ποιητική δημιουργία.  Στοχεύει στην ανάπτυξη, στην καλλιέργεια του γενναίου φρονήματος, της ανάληψης ευθύνης απέναντι στον προσωπικό βίο και την ιστορία. Στην υπέρβαση της αντίληψης ότι όλα όσα αξίζουν δεν μετριούνται με αριθμούς και χρήματα.

Γιατί η «θρησκεία»[4] δεν είναι σημαντική για τους νέους; Είναι απλό. Ο χριστιανισμός για αυτούς  δεν είναι φως, δεν μεταμορφώνει τη ζωή τους , δεν της δίνει ελπίδα, δεν δημιουργεί, δεν ποιεί. Ας σκεφθούμε  εμείς οι χριστιανοί όσοι κι αν είμαστε, διότι σημασία  δεν έχει ο αριθμός μας, είμαστε η μικρά ζύμη που αλλάζει τον κόσμο; Έχουμε την πεποίθηση αυτή; Θεωρώ ότι δεν την έχουμε και για το λόγο αυτό μεμψιμοιρούμε, διαμαρτυρόμαστε συνεχώς υποστηρίζοντας ότι μας αδικούν και μας καταδιώκουν λησμονώντας ότι ο Χριστός μας προειδοποίησε ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί. Ότι μας στέλνει «ως πρόβατα εν μέσω λύκων».

Ας δούμε όμως επιγραμματικά την προφητική τη φράση του Αγ.Πορφυρίου.

  Σε ένα ποίημά του ο Τ.Βαρβιτσιώτης γράφει:«  ο ποιητής τα πράγματα ονομάζοντας/ Τα σώζει από το θάνατο»[5] Οι στίχοι του ποιητή θυμίζουν τον Αδάμ όταν ονομάτιζε τα ζώα στον Παράδεισο. Δίνοντας ένα όνομα δεν ορίζουμε μόνο- αυτή είναι η πρώτη επιφανειακή λειτουργία- περιγράφουμε τα πράγματα στο βάθος τους. Με αυτόν τον τρόπο σώζονται από το θάνατο αρχικά της λήθης.

« Ο ποιητής ζει στον αντίποδα της ηθικής. Είναι όλος ήθος. Μα ποιος μπορεί στα αλήθεια να το νοιώσει, όταν ο καθένας μας εννοεί να ονομάζει τις συνήθειές του ηθική;… Ο ποιητής είναι ελεύθερος. Διαθέτει ποιητικό ήθος κι αντιπαθεί την κοινωνική ηθική.»

Η ποίηση απαιτεί από τον ποιητή την έξοδο από την βεβαιότητα των αισθήσεων που γεννά η ασφάλεια της αρτιότητας και την είσοδο στην τραγικότητα της αβεβαιότητας[6]. Για να αντιληφθούμε τι εννοούμε με αυτή την πρόταση θα πρέπει να θυμηθούμε την στερεότυπη φράση του Χριστού: «Και οι βλέποντες θα είναι σαν να μην βλέπουν και οι ακούοντες σαν να μην ακούν». Ένας τυφλός ονόμαζε τον Κύριο Υιό Δαβίδ, την ίδια στιγμή που χιλιάδες βλέποντες αναρωτιόντουσαν για Αυτόν.

Η ποίηση δεν είναι μόνο ένα λογοτεχνικό είδος αλλά πόνος και κόπος που απαιτεί κυριολεκτικά και μεταφορικά το αίμα της καρδιάς μας. «Οι ποιητές απάνω σε τούτο τον κόσμο, μοναχικοί, κουβαλώντας το φορτίο των οραμάτων τους, ξεκομμένοι από την εξωτερική φύση των πραγμάτων βουλιαγμένοι μέσα στην πνευματική φύση… αισθάνονται με αισθήσεις ψυχικές… έτσι εκεί που ο απλός άνθρωπος με τις πεπερασμένες του αισθήσεις πιάνει μόνο απτά, γήινα χοϊκά γεγονότα, ο ποιητής, με την εσωτερική όραση αιχμαλωτίζει τη μυστική ουσία των φαινομένων, τον ουράνιο συμβολισμό τους, την υπερβατική τους σημασία. Ο ποιητής ζει στον μετά τα φυσικά κόσμο. Είναι ένας προφήτης , ένας οραματιστής. Δηλαδή ένας «βλέπων».[7]

Αναφερθήκαμε στην ποίηση και στον ποιητή για να δείξουμε μια διάσταση της χριστιανικής ζωής την οποία δύσκολα την καταλαβαίνουμε επειδή λίγες φορές αναδυόμαστε από το βυθό των καθημερινών μας προβλημάτων. Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε δυο δρόμους είτε θα είμαστε ποιητές είτε ποιηματογράφοι κατά τον Ν.Καρούζο.   Δηλαδή είτε θα  ζούμε  από μέσα τα πράγματα είτε ως θεατές.
«Ο ποιητής είναι σαλός, γράφει,. Ο ποιηματογράφος είναι σάλος.  Ο πρώτος είναι θέαμα της θεότητας. Ο δεύτερος είναι θεατής της θεότητας. Ο ποιητής έχει στα μάτια του το αρχέτυπο και ξέρει πως η φύση δεν οργίζεται πραγματικά ούτε με την όποια καταιγίδα. Ο ποιηματογράφος έχει στα μάτια του το εγώ του και παίρνει στα σοβαρά τα δακρυά του. Φυσικό είναι να φοβάται, λοιπόν το βρυχηθμό των ερωτημάτων, την ίδια στιγμή που ο ποιητής ποιμαίνει με τα ερωτήματα, με την απόκριση που είναι ο ίδιος.

Ο ποιητής μπαίνει ολάκερος στα προβλήματα, ο ποιηματογράφος περνά πλάι από τα προβλήματα. Γι’αυτό διατυπώθηκε μια μέρα ο καημός: « Έχετε την ιδέα πως κάνετε ποίηση, όταν το αίμα σας είναι καλά σιγουρεμένο στις φλέβες σας;»…[8]

Νομίζω πως τώρα είναι περισσότερο σαφές γιατί ο χριστιανός πρέπει να είναι ποιητής.

Δυστυχώς η καθημερινότητα αντί να κατανοείται ως στάδιο αρετών μεταβάλλεται σε βάλτο που πνίγει κάθε θέληση για ζωή επειδή μας ακινητοποιεί σε ένα τρόπο σκέψης. Η αποστολή του χριστιανού σήμερα είναι η διαρκής πορεία. Αλλά αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αρνηθούμε ότι θεωρείται από τους πολλούς ως φυσιολογικό. Πρέπει να αρνηθούμε τη θέση του ποιηματογράφου. Χρειάζεται να μάθουμε να βλέπουμε πίσω από τα φαινόμενα, να ξεκλειδώνουμε τις λέξεις, να αποφλοιώνουμε την πραγματικότητα.

Αυτό που αναφέρεται από τους ποιητές οι οποίοι ορίζουν τι είναι ποίηση, παρουσιάζεται εμφαντικά από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο. Τι είναι η Βασιλεία των Ουρανών; Κόκκος συνάπεως, κρυμμένο μαργαριτάρι, λουλούδι του αγρού, το πέταγμα ενός πουλιού για να βρεί την τροφή του, η ψυχή και το αθώο χαμόγελο ενός παιδιού. Πόσο καθημερινές εικόνες είναι αυτές αλλά και πόσο λίγο έχουν εκτιμηθεί από όλους μας;

Πρέπει να αποκτήσουμε την πνευματικότητα ενός δημιουργού για να αντιληφθούμε ότι η σπάνιας αξίας ομορφιά δεν είναι η επιτηδευμένη όψη των πραγμάτων αλλά το κρυμμένο τους νόημα. Όπως για παράδειγμα η ομορφιά που κρύβει η Ανατολή και η Δύση. Αυτές οι τόσο αυτονόητες κινήσεις του ήλιου δοξολογούνται από την Εκκλησία μας στον Όρθρο και στον Εσπερινό ως μονάκριβα δώρα του Θεού. Εμείς αντιλαμβανόμαστε το νόημα αυτής της δοξολογίας;

Μήπως δεν έχουμε το νου, το φρόνημα το δημιουργού για αυτό και δεν το καταλαβαίνουμε; Μήπως αυτό εννοούν οι Άγιοι όταν υποστηρίζουν ότι για να αντιληφθούμε τα πράγματα πρέπει να έχουμε νουν Χριστού, δηλαδή νου του Δημιουργού Θεού;

Αυτό βέβαια είναι μια πορεία η οποία για να γίνει πρέπει να δώσουμε το αίμα της καρδιάς μας. Πως αλλιώς θα λάβουμε πνεύμα; Πρέπει να δώσουμε τη ψυχή μας πως αλλιώς θα γίνουμε δημιουργοί; Αυτό όμως απαιτεί την υπέρβαση της σιγουριάς μας. Η κατάκτηση ολόκληρου του κόσμου, η αίσθηση δύναμης, η φιλοδοξία, η συνεχής πείνα γήινων πραγμάτων είναι ένας θάνατος επειδή είναι καλά σιγουρεμένο το αίμα στις φλέβες μας.

Ο Χριστός μας προειδοποιεί και πάλι. Πρέπει να χάσουμε την ψυχή μας για να την κερδίσουμε. Γι’ αυτό δεν εκτιμάμε  τα απλά αλλά σημαντικά πράγματα της ζωής μας. Δεν πονέσαμε πραγματικά  για αυτά. Δεν διακινδυνεύσαμε τίποτα.  Δεν θέλουμε να διακινδυνεύσουμε τίποτα. Συζητάμε με τη λογική του τι μας είναι χρήσιμο.

Ας θυμηθούμε  ότι το Μυστήριο του Βαπτίσματος είναι για την Εκκλησία μας μυστήριο αναδημιουργίας. Νέας γέννησης. Μας υπογραμμίζει ότι ακριβώς δεν κάνουμε. Ακόμα και οι συμβολισμοί αυτό τον αγώνα θυμίζουν. Την στράτευση ακόμα και των μελών του σώματος για να οδηγηθεί ο άνθρωπος ως δημιουργός  στην Βασιλεία του Θεού.

Γράφει ο  Ε.Μ.Ρίλκε:

«Βγάλε τα μάτια μου: μπορώ να σε δω.

Κλείσε τα αυτιά μου: μπορώ να σε γροικήσω,

Και χωρίς τα πόδια μπορώ σέ σε να ρθώ

Σπάσε τα μπράτσα μου. Θα σε κρατά η καρδιά μου, χέρι σαν να ΄τανε φυλακισμένο

Πνίξε μου την καρδιά, μα το μυαλό μου θα χτυπά.

Κι αν ρίξεις στο μυαλό μου τη φωτιά,

Θα σε κρατώ μεσ’ στο αίμα μου κλεισμένον».

 

Αυτή η αίσθηση της πίστης απουσιάζει από τους νέους αλλά και από τους μεγαλύτερους. Δεν διδάχθηκαν με επιμέλεια αυτές οι αλήθειες που διατυπώνουν μονολεκτικά οι Άγιοι. Θεωρήθηκαν άλλα σπουδαία. Στο τέλος αναδύθηκε στη θέση τους η προσήλωση σε μια προσαρμοσμένη στις βιοτικές ανάγκες των ανθρώπων θρησκεία.  Όπως όμως η συμμόρφωση στους τύπους και στη θρησκευτική επιφάνεια καταδίκασε τους φαρισαίους με τον ίδιο τρόπο την καταδικάζουν οι νέοι σήμερα ως ασήμαντη.

 π. Αντώνιος Καλιγέρης


[1] ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή 11-6-17, σελ 8, σχολιασμός από τον Απ.Λακασά

[2] Σύμφωνα με τα στοιχεία της εφημερίδας η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την In 4 Youth

[3] Βλ. ΣΥΝΑΞΗ τχ 101

[4] Χρησιμοποιώ μόνο τεχνικά τον όρο θρησκεία

[5] Στο βιβλίο του Χρ.Σταμούλη: Το κάλλος  το άγιον,  σ326

[6] οππ σελ 325

[7]  Ματθ.Μουντέ «Οι γείτονες του Θεού» Σύναξη τχ 20, σελ 28

[8] Ν.Καρούζος Σύναξη τχ 70 σελ 73

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ